Feeling the city: Amsterdam

28 12 2011

Άμστερνταμ, Ολλανδία.

Συντεταγμένες: 52°22′23″N 4°53′32″E

Πληθυσμός: 783,364 στα όρια της πόλης, εκ των οποίων 49.7% Ολλανδοί και 50.3% ξένοι

Επισκεψιμότητα: πάνω από 3,6 εκατομμύρια τουρίστες από το εξωτερικό ετησίως

Την πρώτη φορά που τα δικά μου πόδια περπάτησαν σε αυτή την πόλη, δυσκολεύτηκα πολύ να βρω κάποιο στοιχείο της που να μη μου αρέσει. Θες ο συννεφοσκέπαστος ουρανός που έκανε τις λίγες λιακάδες τόσο ευπρόσδεκτες? Θες οι επίπεδες διαδρομές που ευνοούν τόσο την ποδηλατάδα? Θες τα πάρκα, τα κανάλια, τα δέντρα, τα σπίτια από σκούρα γκρι και καφέ τούβλα που δε μοιάζουν μ’ αυτά που έχω συνηθίσει να βλέπω? Σχεδόν τα πάντα μ’ αυτήν την πόλη με γήτευσαν.

Τη δεύτερη φορά που η τύχη με έφερε στην αγκαλιά της, όταν το τρένο με άφησε στον Amsterdam Centraal και διάβηκα από την αποβάθρα της πλατφόρμας μου ως το πεζοδρόμιο, όταν τα μάτια μου αγκάλιασαν το γκρίζο ουρανό με τους γλάρους που πέταγαν πάνω από το IJ και ο νοτισμένος αέρας φύσηξε στο πρόσωπό μου, το κατάλαβα από την καρδιά μου που χτυπούσε δυνατά σαν του ερωτευμένου, από την ανάσα μου που έγινε πιο γρήγορη, από το χαμόγελο που σχηματίστηκε χωρίς να το θέλω στο πρόσωπό μου. Δεν ένιωσα σαν να έρχομαι ταξίδι, αλλά σα να ξαναβρίσκω έναν παλιό αγαπημένο που είχα καιρό να δω, ένιωσα σαν να γυρίζω σπίτι…





Feeling the city: Barcelona

11 10 2011




Homecoming

30 07 2011

Μετά από τόσον καιρό, ξανά εδώ. Αυτό το blog μου έλειψε σαν παιδί που λείπει καιρό από το σπίτι…

Είναι μια εικόνα που έζησα πριν μερικές εβδομάδες, τόσο λυρική που δεν μπορεί να καταταχτεί παρά στα ρομαντικά πράγματα που μου έχουν συμβεί. Ήταν περασμένες εννιά το βράδυ, είχε νυχτώσει ήδη και ο δρόμος φωτιζόταν μόνο από το φεγγάρι και τα φώτα των κήπων των σπιτιών. Είχε ησυχία έξω, οι περισσότεροι περιπατητές είχαν γυρίσει στα σπίτια τους από το απογευματινό περπάτημά τους, πού και πού ακουγόταν κάποιο αυτοκίνητο πέρα στον κεντρικό. Επέστρεφα στο σπίτι από βόλτα με το σκύλο και ένιωθα καθαρό το μυαλό μου και ήρεμη την ψυχή (όλα αυτά που λένε για τη σωματική άσκηση και την καταπολέμηση του άγχους δεν είναι καθόλου τυχαία, φίλοι μου). Ήταν μια από κείνες τις φορές που κατάφερνα να επικοινωνήσω με το ζώο χωρίς σχεδόν να μιλάω, σαν να μοιραζόμασταν κομμάτι από μία μεγαλύτερη κοινή συνείδηση.

Στο τέλος του δρόμου, πριν πάρουμε τη στροφή που θα μας έβγαζε στο δρόμο του σπιτιού, άκουσα μια κιθάρα να παίζει. Κάποιος έπαιζε σε ακουστική κιθάρα την εισαγωγή μιας από τις αγαπημένες μου ροκ μπαλάντες. Το παίξιμο ήταν σε κάπως γρηγορότερο tempo απ’ ό,τι είναι κανονικά το τραγούδι και ο κιθαρίστας έχανε κάποιο τάστο εδώ κι εκεί, αλλά δεν έπαυε να είναι μουσική. Αδέξια, αλλά όμορφη μουσική. Με τράβηξε όπως τραβάει η λάμπα τις νυχτοπεταλούδες.

Ακολούθησα τη μελωδία χωρίς να σκέφτομαι τίποτα άλλο. Τώρα είχε προχωρήσει στο πρώτο ρεφραίν του τραγουδιού. Τελικά εντόπισα την πηγή της. Πίσω από μια κατάφυτη μάντρα, ανάμεσα στα κλαδιά, σε μια σκοτεινή βεράντα ήταν ένα αγόρι γύρω στα 16-17, καθισμένο σε μια καρέκλα και έπαιζε κιθάρα. Σκυμμένος πάνω της, φωτιζόταν από την αναμμένη λάμπα μέσα στο σπίτι και έδειχνε τόσο γαλήνιος. Ήξερα ότι μου ασκούσαν πάντα μια περίεργη γοητεία οι άντρες που μπορούν να κάνουν μια κιθάρα να μιλάει, αλλά δεν περίμενα την ένταση αυτού που ακολούθησε.

Ξέχασα να αναπνεύσω, δεν είχε σημασία αυτό. Ξέχασα ότι είχα μαζί το σκύλο. Ξέχασα ότι ήταν αργά κι εγώ μια κοπέλα μόνη σε σκοτεινό δρόμο. Απόμεινα να στέκομαι ακίνητη στην αυλόπορτα αυτού του παιδιού, να τον ακούω να παίζει το αγαπημένο μου τραγούδι και θυμήθηκα όλες τις φορές που το τραγουδούσα εγώ σε αγόρια που τα ένιωθα τόσο κοντά μου ανεξάρτητα από το πόσο μακριά. Απόμεινα εγώ μια σκιά στη νύχτα, με κομμένη την ανάσα, να κοιτάζω αυτό το αγόρι στη βεράντα του και να ζω τη στιγμή όσο πιο πολύ μπορούσα. Μια λεπτή σιλουέτα με κοντοκουρεμένο κεφάλι, να κρατάει αγκαλιά μια εξάχορδη ερωμένη. Μαγνητισμός σε πλήρη έκταση. Θα μπορούσα να περάσω εκεί όλο το βράδυ σ΄ αυτήν τη γαλήνη…

Κάπου πίσω πίσω στο μυαλό μου γεννήθηκε ενοχλητικά η σκέψη ότι κάποια στιγμή το τραγούδι θα τέλειωνε. Τι θα γινόταν τότε? Το αγόρι θα σταμάταγε να παίζει και θα πήγαινε μέσα στο σπίτι του κι όλο αυτό θα τέλειωνε? Και όντως, το παιδί αντιλήφθηκε ότι κάποιος στέκεται στην πόρτα του και άναψε το φως της βεράντας. Η μαγεία διαλύθηκε απότομα σε ξέφτια φωτός που πόνεσαν τα μάτια μου.

Γύρισα σπίτι ευγνώμων για τη στιγμή γαλήνης που μου χαρίστηκε. Ακόμα και τώρα, πολύ καιρό μετά, αντιμετωπίζω αυτήν την ανάμνηση εκείνης της νύχτας σαν φυσαλλίδα ηρεμίας στην τρελή καθημερινότητά μου.





Η μεγάλη έξοδος

18 07 2010

Θυμάμαι τις εποχές που κρυβόμουν στη σπηλιά μου και έπειθα τον εαυτό μου ότι οι σκιές που έβλεπα ήταν ο κόσμος, εθελοντής τυφλός σε μια εικονική πραγματικότητα, με τα μάτια στραμμένα στο χώμα αντί για τον ουρανό. Τόσες δυνατότητες, τόσες ευκαιρίες να μαραζώνουν στη σκόνη της λήθης.

Μα δεν είναι ο κόσμος μου αυτός. Τ’ ακούτε, άνθρωποι εκεί έξω? Είμαι καλύτερη απ’ αυτό που νόμιζα και είχα πείσει τον εαυτό μου πως ήμουν. Είμαι δυνατή και η σπηλιά δε μου ταιριάζει πια. Μέσα από την τρύπα της βλέπω τον κόσμο και είναι ένα ωραίο, ξάστερο, ηλιόλουστο μέρος για τους τολμηρούς και τους θαρραλέους, όπου όλα γίνονται αν τα πιστέψεις. Κάντε μου χώρο, έρχομαι κι εγώ!





10 ρομαντικά πράγματα που δεν αλλάζω με τίποτα

18 07 2010

1) Να απολαμβάνω μια πρωινή βόλτα στην εξοχή, πεζή ανάμεσα στα χόρτα και στις πέτρες.

2) Να ξυπνάω το πρωί στην αγκαλιά του άντρα μου

3) Να κοιτάζω τη βροχή μέσα από το τζάμι, με μια κούπα αχνιστό τσάι στα χέρια

4) Να ξεχνιέμαι με ένα καλό βιβλίο στο πάρκο, μέχρι να πέσει το φως και να μη βλέπω πια τα γράμματα στις σελίδες

5) Να χαμογελώ με το γέλιο των μικρών παιδιών στις παιδικές χαρές, που μου θυμίζει ότι υπάρχει ακόμα ελπίδα στον κόσμο

6) Να συνεχίζω να προστατεύω το περιβάλλον όπως μπορώ, σε πείσμα όσων πιστεύουν ότι ένας κούκος δε φέρνει την άνοιξη

7) Να πιστεύω στην καλοσύνη, την ανθρωπιά και την αλληλεγγύη

8 ) Να δακρύζω κάθε φορά όταν ο Ρωμαίος σκοτώνεται τη στιγμή που η Ιουλιέτα ξυπνάει από τον ύπνο της

9) Να δίνω πάντα ευκαιρίες στην αγάπη

10) Να πιστεύω ότι όσο ανεξάρτητος, easy rider, άνετος τύπος κι αν φαίνεται κανείς, στο βάθος της καρδιάς του έχει ανάγκη από τρυφερότητα και ανθρώπινη ζεστασιά





Περί συναισθηματικής οικειότητας

23 01 2010

Βρήκα ένα άρθρο για τις ρομαντικές αγάπες και θέλω να το μοιραστώ μαζί σας. Το αντικείμενο είναι παλιό όσο κι η ζωή αλλά επίκαιρο όσο εσείς κι εγώ.  Η ρομαντική αγάπη δεν έτυχε τελευταία φορά στη Χιονάτη. Υπάρχει ακόμα και μπορεί να τη ζήσει ο καθένας μας. Διαβάστε τη συνέχεια.

Η συναισθηματική οικειότητα είναι μία από τις πιο υπέροχες εμπειρίες που μπορεί να γευτεί κάποιος άνθρωπος. Τίποτε δεν μοιάζει με αυτή την εμπειρία, κατά την οποία μοιραζόμαστε τις πιο βαθιές μας σκέψεις και συναισθήματα με έναν άλλο άνθρωπο. Η εμπειρία της οικειότητας γεμίζει τη ψυχή μας.

Η συναισθηματική οικειότητα μάς προτρέπει να ανοιχτούμε συναισθηματικά, αφού εκ των προτέρων γνωρίζουμε ότι τα συναισθήματά μας θα βρουν, εκ μέρους του συντρόφου μας , πρόσφορο έδαφος. Η εμπιστοσύνη και το συναισθηματικό άνοιγμα είναι απαραίτητα συστατικά μίας σχέσης και η απουσία του άλλου χρειάζεται προσεκτική αναθεώρηση και «δουλειά» τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο σχέσης.

Η «δουλειά» αυτή ξεκινά πρωταρχικά από την επικοινωνία. Η καλή, αποτελεσματική επικοινωνία, περιλαμβάνει το να ακούσω τον άλλο άνθρωπο χωρίς να τον κρίνω, περιλαμβάνει τη διεκδίκηση των προσωπικών μου δικαιωμάτων και την υπευθυνότητα. Η επικοινωνία αφορά τη διαδικασία του να συναντηθούν οι δικές μου ανάγκες με τις ανάγκες του άλλου ανθρώπου.

Μέσα σε μία υγιή σχέση και οι δύο σύντροφοι χρειάζεται να αισθάνονται ασφαλείς να είναι ο εαυτός τους. Ο σεβασμός σε αυτή τη διαφορετικότητα δεν είναι μια αφηρημένη έννοια αλλά αντίθετα γίνεται ορατός μέσω δράσης:
Ακούω το σύντροφο μου χωρίς κριτική, εκτιμώ την άποψη του και εκτιμώ και τη δική μου επίσης. Η εμπιστοσύνη και η υποστήριξη επίσης εκφράζεται πρακτικά, με το να υποστηρίζω το δικαίωμά μου αλλά και του συντρόφου μου να επιλέγει τους φίλους του, τις απόψεις του, τη δουλειά του και τα συναισθήματά του. Η ανάληψη προσωπικής ευθύνης, η παραδοχή ότι κάνω λάθος, η ικανότητα να ζητώ ανοιχτά βοήθεια όταν δεν τα καταφέρνω, είναι επίσης σημαντικά εργαλεία στη διάθεση του ζευγαριού που θέλει να δημιουργήσει μια βαθιά και γνήσια σχέση.

Σε μία τέτοια σχέση, η πραγματοποίηση των προσωπικών αναγκών και επιθυμιών δεν μεταφράζεται ως εγωισμός. Σε μία τέτοια σχέση η σεξουαλική ένωση έρχεται ελεύθερα χωρίς πίεση ή συναισθηματικό εκβιασμό. Σε μία τέτοια σχέση ο κάθε σύντροφος είναι υπεύθυνος για να φροντίσει τον εαυτό του και οι δύο μαζί τη σχέση. Σε μία τέτοια σχέση δεν υπάρχουν συμβιβασμοί και μνησικακίες αλλά από κοινού συμφωνίες για το πώς θα λυθούν τα προβλήματα ή πώς θα προχωρήσει η σχέση παρακάτω.

Τα στερεότυπα για τις σχέσεις – του πώς θα έπρεπε ιδανικά και φανταστικά να είναι τα πράγματα – απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Μια υγιής, σταθερή σχέση είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς, η οποία δεν στερείται σε καμία περίπτωση τη μαγεία και το πάθος, αλλά αντίθετα τα ανακαλύπτει εκ νέου. Δεν τα θεωρεί δεδομένα αλλά φροντίζει να τα καλλιεργεί και να επανα – δεσμεύεται σε αυτά.

Η συναισθηματική οικειότητα και η βαθιά αγάπη είναι η φυσιολογική εξέλιξη ενός παθιασμένου έρωτα. Απαραίτητη προϋπόθεση για αυτή τη μετάβαση είναι η προθυμία του ζευγαριού να μείνουν μαζί και να μη φοβηθούν αυτή τη μεταβατική περίοδο. Όπως κάθε μετάβαση -άρα και απώλεια- θα υπάρξουν αμφισβητήσεις, έντονα συναισθήματα, συγκρούσεις.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που το ζευγάρι θα χρειαστεί να δεσμευτεί εκ νέου στον/στη σύντροφό του και να πει πάλι το: «Ναι, σε επιλέγω ξανά, όπως είσαι. Όχι όπως φαντάστηκα ότι είσαι ή όπως θα ήθελα να είσαι.».

Πηγή εδώ.





Βροχή

21 01 2010

Αργά το απόγευμα, ημέρα Πέμπτη. Βρέχει και κάνει κρύο. Ο αγαπημένος μου καιρός.

Φοράω το καφέ αδιάβροχο μπουφάν και ένα παλιό καπέλο του baseball και ετοιμάζομαι για βόλτα. Δε με νοιάζει να βραχώ λίγο, εξάλλου είμαι γλυκιά αλλά δε λιώνω στη βροχή (όπως είπα προχθές και σε ένα συνάδελφό μου και σκάσαμε και οι δύο στα γέλια). Λίγο πριν κλείσω την πόρτα πίσω μου αποφασίζω να βάλω λίγο νερό στο κρασί της ξεγνοιασιάς μου και γυρίζω πίσω και φοράω τις παλιές μαύρες, λασπωμένες γαλότσες μου. Όσο κι αν μ’ αρέσει η βροχή, δεν κάνει να έχω βρεγμένα πόδια. Ρίχνω μια ματιά στο είδωλό μου στο τζάμι της κουζίνας: μια αλλοπαρμένη φιγούρα με καπέλο, μπουφάν, φόρμα χωμένη μέσα σε γαλότσες και τα κλειδιά στο χέρι. Δε βαριέσαι!

Παίρνω το λουρί του σκύλου και πλησιάζω την πόρτα της περίφραξής της. Αρχίζει να κουνάει την ουρά της μόλις με βλέπει, ξέρει ότι όταν έρχομαι, καλά πράγματα θα της συμβούν: θα φάει, θα παίξει, θα πάει βόλτα, θα τη χαϊδέψουν.  Μυρίζει το λουρί στην παλάμη μου, που έχει αρχίσει ήδη να νωπίζει από το ψιχαλητό. Της περνάω την άκρη στον κρίκο του περιλαιμίου της, ανοίγω την πόρτα της διάπλατα και με ένα απαλό χτύπημα στην πλάτη της λέω τη μαγική λέξη: “Πάμε!”.

Βγαίνουμε από την αυλόπορτα στο δρόμο, εκείνη κι εγώ. Κανείς δεν περνάει, ούτε καν αυτοκίνητα. Δεν ξέρω πώς έτυχε έτσι, αλλά νιώθω μια χαρά που είμαστε μόνες μας μέσα στη βροχή. Περπατάω γρήγορα, στο ρυθμό του σκύλου. Το γρήγορο βάδισμα με κρατάει ζεστή. Τα ακροδάχτυλά μου μόνο κρυώνουν, αφού εξέχουν από τα μουσκεμένα μου μανίκια. Τα τσουλούφια μου κάτω από το καπέλο έχουν πιάσει ομήρους σταγόνες που γυαλίζουν σαν κρυστάλλινες σφαίρες στα φώτα του δρόμου.

Περπατώντας έτσι, ανεβαίνουμε όλη την ανηφόρα και φτάνουμε στα πεύκα του πάρκου. Το σκυλί χώνεται στους θάμνους και μυρίζει σαν τρελό. Με τη βροχή όλες οι μυρωδιές του χώματος είναι πιο έντονες. Με το ελεύθερο χέρι κρατάω το καπέλο στο κεφάλι μου και γέρνω το κεφάλι πίσω. Κοιτώ τις κορυφές των πεύκων και τις σταγόνες να πέφτουν γραμμή στο πρόσωπό μου. Μου παγώνουν τα μάγουλα, αλλά μ’ αρέσει. Δε γίνεται βάπτιση χωρίς νερό. Το σκυλί έρχεται κοντά μου και σκουντάει τη γάμπα μου με την ουρά του. Γυρίζω να το κοιτάξω κι εκείνη την ώρα τινάζεται, βαπτίζοντάς με δεύτερη φορά. Χαμογελάω.

Περπατάμε έτσι κάμποση ώρα. Το μπουφάν μου έχει ποτίσει τελείως και οι άκρες των μαλλιών μου που εξέχουν κάτω από το καπέλο μοιάζουν με βρεγμένα σκοινιά. Αναρωτιέμαι αν το μπουφάν είναι όντως αδιάβροχο ή αν η ένδειξη “anorak” ήταν απλά διαφημιστικό τρικ. “Νo problemo”, σκέφτομαι μέσα μου. Μέσα απ’ όλα τα ρούχα, το σώμα μου είναι ζεστό. Το σκυλί πλατσουρίζει στα ρυάκια που κυλάνε στην άκρη του δρόμου και γυρίζει κάθε τόσο και με κοιτάει. Αν είχε περισσότερο φως, πάω στοίχημα ότι θα την έβλεπα να χαμογελάει. Της αρέσει να τσαλαβουτάει στα νερά. Σηκώνω τα χέρια μου κοντά στο πρόσωπό μου και τα κοιτάω. Η λάσπη που είχαν τα δάχτυλά μου έχει ξεπλυθεί και το άσπρο δέρμα είναι καθαρό και στάζει νερό. Εξαγνίστηκα.

Γυρίζουμε στο σπίτι. Περνάμε την αυλόπορτα με αντίθετη φορά τώρα (από το δρόμο προς το σπίτι). Μόλις κλείνω την πόρτα πίσω μου, ξεπερνάω το λουρί από τον κρίκο στο λαιμό του σκύλου και της δίνω μια μαλακή σπρωξιά στα πισινά, σημάδι πως είναι ελεύθερη. Τρέχει σαν τον άνεμο και χάνεται κάπου στο σκοτάδι. Ανεβαίνω στη βεράντα και αφήνω το λουρί μαζί με τα υπόλοιπα πράγματα του σκύλου (τη βούρτσα, το τσίγκινο πιάτο όπου τρώει, το σαμπουάν και το μπαλάκι της). Στάζω από την κορφή ως τα νύχια και αφήνω μια λασπερή λιμνούλα περιμετρικά από τις πατημασιές μου. Ανασαίνω βαθιά.

Έρχεται το σκυλί στα πόδια μου μετά από το φρενήρες τρέξιμο στον κήπο. Τινάζεται με δύναμη πιτσιλίζοντας ό,τι πλακάκι είχε μείνει στεγνό. Μιμούμαι κι εγώ την κίνησή της και τινάζω τους ώμους μου μπρος πίσω. Βλέπω να πέφτουν σταγόνες από το μπουφάν, άρα έπιασε το κόλπο. Τα μαλλιά μου παραμένουν βρεγμένα και κολλημένα στην πλάτη μου.

Το κρύο δε με άγγιξε. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης μου τραβά τα χείλια πίσω. Βαπτίστηκα και έγινα καθαρή και λαμπερή σα βότσαλο στην παραλία. Η φύση και το σκυλί ξύπνησαν τα αρχέγονα ένστικτά μου. Κοιτάω τη βροχή από την άκρη της βεράντας. Δε μπορείς να την καταλάβεις αν δεν την αφήσεις να σε πάρει στην κρύα της αγκαλιά…





Βαθύ μπλε

21 12 2009

Ο Γιώργος άφησε το ποτήρι του στο τραπεζάκι. Το μπλε υγρό χόρεψε με το τελευταίο κομμάτι πάγου στα τοιχώματα του ποτηριού πριν σταματήσει τα κύματά του. Ή όψη του ήταν η προσωποποίηση της κούρασης. Τα μάτια του είχαν τεράστιους μαύρους κύκλους από κάτω, σαν μπλε ημισέληνους. Το χρώμα τόνιζε το σκούρο μπλε των ιρίδων του με έναν ασθενικό τρόπο. Οι ώμοι του γερτοί, το πρόσωπό του προσωπείο απάθειας. Αν και ήταν  30, άνετα τον πέρναγες για 45.

Οι τελευταίες λέξεις της Λίας αντηχούσαν ακόμα στο μυαλό του, λίγο πριν τον αφήσει “Δε μπορώ να συνυπάρξω πια μαζί σου, ρε Γιώργο. Κουράστηκα…” Η ανάμνησή της να τινάζει τα μακριά ξανθά μαλλιά της, το αργό τιναχτό της περπάτημα, η εικόνα της να απομακρύνεται στο δρόμο τον στοίχειωνε ακόμα.

Και πήρε μαζί της και όλα τα όνειρα που κάνανε οι δυο τους, αφήνοντας στη θέση του καθενός μια τρύπα που πονούσε. Το πρώτο τους παιδί θα το έβγαζαν Κλειώ αν ήταν κορίτσι και Άρη αν ήταν αγόρι… Θα έπαιρναν μια γάτα για να παίζουν μαζί της τα βράδια… Θα πήγαιναν Χριστούγεννα στη Νέα Υόρκη. Θα έβλεπαν τις πυραμίδες στην Αίγυπτο. Θα γερνούσαν παρέα… Όσο κι αν προσπαθούσε να μην τα σκέφτεται, όσο κι αν καθόταν ως αργά στη δουλειά για να ξεχνιέται, τα βράδια γύριζε στο σπίτι του (το σπίτι τους) και το καθένα τους επέστρεφε στο μυαλό του πεισματικά για να τον πονέσει λίγο ακόμα. Και η Λία δεν απαντούσε πια το τηλέφωνο και είχε αλλάξει σπίτι. Κι ο Γιώργος τρεις μήνες τώρα ακόμα ξυπνούσε τα βράδια και φανταζόταν ότι την κρατάει αγκαλιά…

Άκουγε ότι το βαθύ μπλε ήταν το χρώμα της θλίψης, αλλά το θεωρούσε βλακεία. Γι’ αυτόν το χρώμα της θλίψης ήταν το μαύρο. Πάντα όλοι μαύρα φορούν όταν πενθούν, όχι μπλε. Γι’ αυτό κι εκείνος, στην ύστατη προσπάθειά του να μην αφήσει τον εαυτό του να πέσει στα τάρταρα της παραίτησης, υπάκουγε στη φωνίτσα στο βάθος του μυαλού του που του απαγόρευε να φορέσει μαύρα. Το μπλε ήταν το τελευταίο του οχυρό.

Όσο η έλλειψη της Λίας τον πονούσε σαν μια τρύπα στη μέση του στήθους του που δεν έκλεινε με τίποτα, τόσο στρεφόταν στο μπλε. Στη δουλειά είχε βάλει ένα χλωμό μπλε φόντο στα email του. Οι φίλοι του σπάνια τον έβλεπαν με άλλο χρώμα μπλούζα πια. Το μπλε τζιν ήταν κανόνας από πριν, έτσι σ’ αυτό το σημείο δεν παρατήρησε κανείς διαφορά. Μόνο που τώρα το κεφάλι του ήταν κρυμμένο στο γαλάζιο καπνό του τσιγάρου του που κρεμόταν σχεδόν μονίμως από τα χείλια του. Και τα μάτια του, αυτά τα μάτια που πάντα χαμογελούσαν σκανταλιάρικα, αυτά τα μπλε μάτια που πριν έξι χρόνια είχαν κερδίσει τη Λία με την πρώτη ματιά, τώρα ήταν θαμπά και απόντα.

Κοίταξε το ποτήρι του στο τραπεζάκι. Η Smirnoff North ήταν πολύ γλυκιά για τα γούστα του, αλλά το χρώμα τον γαλήνευε. Γαλάζιο οινόπνευμα. Δρα γρήγορα. Το δωμάτιο ήταν βαμμένο γαλάζιο. Ήταν το μόνο δωμάτιο του σπιτιού που είχε αυτό το χρώμα, όλα τα άλλα ήταν άσπρα. Το είχαν βάψει με τη Λία μαζί το καλοκαίρι που είχαν αποφασίσει να μείνουν μαζί, όταν εκείνη του είχε ανακοινώσει ότι οι επιστήμονες έλεγαν ότι ένα γαλάζιο υπνοδωμάτιο σε κάνει να κοιμάσαι πιο ήρεμα. Είχαν αγοράσει μπλε σεντόνια για να ταιριάζουν με το υπόλοιπο δωμάτιο.

Σ΄αυτό το δωμάτιο η παρουσία της ήταν πιο έντονη. Ο Γιώργος δεν μπορούσε να αποφασίσει αν του έκανε καλό να περνάει χρόνο εκεί μέσα ή έστω να το αφήνει ακόμα βαμμένο σ’ αυτό το χρώμα. Η τρύπα στο στήθος του τον πονούσε αφάνταστα, αλλά εκεί μέσα η αύρα της ήταν ακόμα παρούσα. Σχεδόν μπορούσε να τη φανταστεί να απλώνει τα μακριά της πόδια στο κρεβάτι και να του χαμογελάει με νόημα. Τι σημασία είχε πια όμως; Δεν ήταν πια εκεί. Και σε κείνη τη φάση της ζωής του ο Γιώργος δεν είχε δύναμη να αλλάξει χρώμα. Το μπλε ήταν η σανίδα σωτηρίας του. Τον έτρεφε και τον κατέστρεφε ταυτόχρονα.

Έκλεισε τα μάτια και τα πίεσε με τα δάχτυλά του. Μπλε ακανόνιστα σχήματα άρχισαν να χορεύουν μπροστά του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και την κράτησε. Άραγε θα έλειπε σε κανέναν αν εξαφανιζόταν; Αν κατά λάθος βούλιαζε στη μπανιέρα και πνιγόταν στο νερό; Ή αν μπερδευόταν, επίσης κατά λάθος, η γραβάτα του στη μπάρα της ντουλάπας και κρεμιόταν; Το πρόσωπό του θα γινόταν τότε εξίσου μπλε με την αύρα του.  “Σταμάτα!”, διέταξε η φωνίτσα λογικής στο κεφάλι του. “Μην τολμήσεις!”, η φωνίτσα αγρίεψε. Η μπλε σκέψη πισοπάτησε. “Ούτε να το σκέφτεσαι!”, η φωνίτσα δε σήκωνε αντιρρήσεις.

Έβγαλε τον αέρα από μέσα του και σαν κάτι ν’ άλλαξε. Σαν να έβγαλε και δέκα κιλά βάρος από πάνω του. Κάτι μέσα του κούμπωσε. Συμφιλιώθηκε με το μπλε του. Η φωνίτσα ακούστηκε ξανά στο κεφάλι του, πιο μαλακά αυτή τη φορά. “Δε θα κρατήσει για πάντα, να δεις. Θα αντέξεις.” Αυτή τη φορά δεν απειλούσε, παρηγορούσε. Ο Γιώργος σηκώθηκε όρθιος. Δάκρυα ευγνωμοσύνης κύλαγαν στα μάγουλά του. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει, η φωνίτσα στο μυαλό του δεν ήταν άλλος από κείνον τον ίδιο, όμως εκείνη τη στιγμή  ο Γιώργος ήταν ευγνώμων που δεν τον άφησε μόνο. Παραπατώντας και βλέποντας θολά μέσα από τα δάκρυά του, προχώρησε μέχρι το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας, το παράθυρο που είχε να ανοίξει μήνες. Άνοιξε το τζάμι, ψηλάφισε να βρει το μάνταλο και το κράτησε διστακτικά στο χέρι του. Ένιωθε το μπλε του να διαχωρίζεται από αυτόν, όχι να διαλύεται, αλλά να μένει πιο δίπλα από αυτόν, συμπαγές αλλά νικήσιμο. Δεν τον τρόμαζε, για πρώτη φορά ήταν έτοιμος να βγει από το μπλε του.

Έσπρωξε το μάνταλο προς τα πάνω και με τα δυο χέρια άνοιξε το παντζούρι διάπλατα. Το φως της μέρας ερχόταν χλωμό από έναν μολυβοσκέπαστο ουρανό. Έβρεχε. Για Νοέμβρη έκανε αρκετό κρύο. Ο Γιώργος έμεινε σα χαμένος στο ανοιχτό παράθυρο. Δεν ήταν απλά ένα παράθυρο, γι’ αυτόν ήταν η έξοδός του στον κόσμο, ήταν η δίοδος επικοινωνίας του με την πραγματικότητα μετά από μήνες στο βαθύ μπλε της θλίψης του. Σκούπισε τα μάτια του βιαστικά με την ανάστροφη της παλάμης του. “Οι άντρες δεν κλαίνε”, άκουσε τη φωνή του πατέρα του επιτακτική στο μυαλό του. Κοίταξε τον ουρανό. Λευκό φως έπεφτε πάνω του, ο αέρας χτυπούσε το πρόσωπό του και ανέμιζε την κουρτίνα δίπλα του. Πήρε μια βαθιά ανάσα από τον κρύο αέρα και το αίσθημα ευγνωμοσύνης τον πλημμύρισε ξανά. Η έξοδος από το μπλε ήταν η αναγέννησή του. Όρθιος μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, ο Γιώργος βρήκε το λευκό του. Δυο ψιχάλες έπεσαν στο πρόσωπό του και, χωρίς να κλείσει τα μάτια, χωρίς να σταματήσει να κοιτάει το λευκό ουρανό, ο Γιώργος αναλύθηκε σε δάκρυα.

(αυθεντική ιδέα εδώ)





Ελευθερία

19 12 2009

Καβάλησα τη σέλα, ίσιωσα το μπουφάν μου, τακτοποίησα το κασκόλ γύρω από το λαιμό μου. Έγειρα μπροστά για να πιάσω το τιμόνι, τα πόδια μου ανέβηκαν στα πετάλια. Κοίταξα βιαστικά στο δρόμο μήπως έρχεται αυτοκίνητο και ρίχτηκα στις ορθοπεταλιές. Η ανηφόρα είναι ό,τι πρέπει για εκτόνωση νεύρων. Φύσαγε δυνατά, τα μαλλιά μου αν και ήταν πιασμένα κοτσίδα έπεφταν μέσα στα μάτια μου και με ανάγκαζαν να τινάζω κάθε τόσο το κεφάλι για να βλέπω πού πηγαίνω. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι είχα κάπου συγκεκριμένα να πάω…

Ο λόφος έμοιαζε καλή ιδέα. Συνέχισα τις ορθοπεταλιές. Καθιστή θα κουραζόμουν πιο πολύ, που ήταν και το ζητούμενο, αλλά τα νεύρα δε φεύγουν με ήπια μέσα. Η ανάσα μου είχε πιαστεί, μέχρι να ανεβώ στην κορυφή του το στέρνο μου έκαιγε και οι μηροί μου ήταν πέτρα από την κούραση. Ο παγωμένος απογευματινός αέρας έκανε τη μύτη μου να στάζει, αλλά δε με ένοιαζε. Γύρω μου μερικά αυτοκίνητα εδώ κι εκεί από ανθρώπους που γύριζαν σπίτι από τις δουλειές τους. Ένας δυο με ραβδιά και αθλητικά είχαν βγει για περπάτημα. Τους προσπέρασα αέρινα. Αυτό μου αρέσει με το ποδήλατο, κινείσαι γρήγορα και αθόρυβα, σα δίτροχο stealth.

Ένιωθα μια αόριστη ευχαρίστηση πάνω στο δίκυκλο. Οι ενδορφίνες άρχισαν να κυλάνε στο αίμα μου και να ενεργούν στον εγκέφαλό μου. Πολύ σύντομα άρχισα να μη θυμάμαι γιατί είχα νεύρα in the first place. Ένιωθα δυνατή και ανίκητη. Μαγικό τι μπορεί να σου κάνει η άσκηση.

Στο πορτοκαλί αδύναμο φως του απογεύματος κοίταξα γύρω μου. Είχα φτάσει στην κορυφή του λόφου πριν το καταλάβω. Στη στροφή του δρόμου έκανα μια στάση στη βρύση του δήμου και έβρεξα το πρόσωπό μου. Το παγωμένο νερό στα αναψοκοκκινισμένα μου μάγουλα ξύπνησε πέρα για πέρα και το τελευταίο κύτταρο του κορμιού μου. Mερικες σταγόνες προσγειώθηκαν στο κασκόλ κι έμειναν εκεί σα μικροσκοπικές γυάλινες σφαίρες. Χωρίς να κατεβώ από τη σέλα, κοίταξα γύρω μου, προσπαθώντας να χωρέσω όλο τον ορίζοντα σε μια ματιά. Τα μάτια είναι καλύτερα από μια πανοραμική φωτογραφία. Στα δεξιά μου πεύκα, η μαύρη άσφαλτος να σέρνεται γυαλιστερή στον απογευματινό ήλιο, ένα σμήνος πουλιά να πετάνε σε τριγωνικό σχηματισμό, στο βάθος το καραφλό μαυρισμένο κομμάτι από καμμένα δέντρα που μας άφησε χρόνους το καλοκαίρι, φύλλα που τα παράσερνε ο αέρας. Μύριζε χώμα, ίσως να ερχόταν βροχή το βράδυ.

Σήκωσα τα χέρια στο κούτελο και τα έβαλα αντήλιο. Κοίταξα τον ήλιο πίσω μου  κατάματα. “Τώρα είμαστε εσύ κι εγώ”, σκέφτηκα. Χαμογέλασα χωρίς να ξέρω γιατί. Μια αίσθηση σιγουριάς και δύναμης με κυρίευσε από τα πόδια ως τις ρίζες των μαλλιών. Ξαναέστρεψα το κεφάλι στην μακριά κατηφόρα μπροστά μου και χαμογέλασα πιο πλατιά. ΄Ηταν ωραία βόλτα, άξιζε τον κόπο. Ανέβασα τα πόδια στα πετάλια και προχώρησα ίσια μπροστά.

Ο παγωμένος αέρας με χτύπησε καταπρόσωπο κι έκανε το δέρμα μου να τσιτώσει. Το ποδήλατο επιτάχυνε σταθερά, η φόρα και ο αέρας έσπρωχναν τα μαλλιά μου πίσω με ορμή. Το μπουφάν πλατάγιζε στα πλευρά μου, η μια άκρη του κασκόλ ανέμιζε πίσω από την πλάτη μου. Με το πρόσωπο μουδιασμένο από το κρύο, χαμογέλασα αποφασιστικά και άφησα το τιμόνι. Το ποδήλατο πήγαινε πια μόνο του, η κατηφόρα το οδηγούσε στη ρίζα του λόφου. Άνοιξα τα χέρια διάπλατα κι ήταν σαν να πετάω. Μια στιγμή ίσον χίλιες ώρες ψυχανάλυση. Τότε κατάλαβα τι ήταν αυτό που μυριζόμουν τόση ώρα στο λόφο και δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Με τα χέρια ανοιχτά στο χειμωνιατικο αέρα και τις ρόδες να έχουν γίνει προέκταση των ποδιών μου, συνειδητοποίησα τι ήταν. Αγνή, παρθένα, χειροπιαστή ελευθερία.





Ρόγχος

14 12 2009

Βγάλε με από το σκοτάδι μου. Πάρε με από το χέρι και μαλακά αλλά αποφασιστικά τράβα με στο φως. Το χρειάζομαι, δεν μπορώ να αναπνεύσω. Νιώθω ένα τεράστιο βρόχο γύρω από το στήθος να με κρατάει δεμένη, τα πνευμόνια και τα φτερά μαζί δεμένα να συνθλίβονται. Πάρε με σε παρακαλώ. Μόνο εσύ μπορείς. Γιατί μόνο εσύ μπορείς να γκρεμίσεις το τοίχος που έχω χτίσει γύρω μου, μόνο εσύ μ’ αγαπάς αρκετά για να συνεχίσεις να προσπαθείς ακόμα κι όταν το παιχνίδι μοιάζει τελειωμένο. Σε χρειάζομαι, δεν ανασαίνω, μ’ ακούς; Οι ανάσες μου κοφτές, ρηχές, δε φτάνουν για να ζήσω, απλώς να επιβιώσω. Θέλω να ζήσω. Ο κόσμος μου είναι γκρι, έχω γίνει γκρι, οι σκέψεις μου είναι γκρι, η ψυχή μου είναι γκρι. Δεν αντέχω άλλο χωρίς αέρα, έλα και τράβα με. Μόνη μου δεν μπορώ να βγω. Εναποθέτω τις ελπίδες μου πάνω σου, γιατί εσύ δε θα με προδώσεις. Σ’ έχω ανάγκη για να αναπνεύσω ξανά.








Follow

Get every new post delivered to your Inbox.