Το άρωμα της αθωότητας

7 11 2009

Είμαστε το παρακλάδι της εξέλιξης που τυχαία ανέπτυξε τον εγκέφαλό του και κυριάρχησε επάνω στα υπόλοιπα ζώα. Φοράμε κοστούμια, οδηγούμε αυτοκίνητα, χειριζόμαστε πολύπλοκα μηχανήματα και καμιά φορά ξεχνάμε ότι είμαστε κομμάτι του ζωικού βασιλείου.  Η όσφρηση είναι ο χαμένος κρίκος που μας ενώνει με το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο.

Ξέρω ότι όλοι έχετε οπτικές αναμνήσεις, όλοι έχουμε. Προσπαθείστε όμως να θυμηθείτε σαν τους μακρινούς συγγενείς μας, με την όσφρηση. Θυμάστε πώς μύριζαν τα παιδικά σας χρόνια; Η πρώτη σας αγάπη; Οι μάχες του καθενός σας; Οι φόβοι σας; Κάθε στιγμή, κάθε στάδιο της ζωής μας μυρίζει διαφορετικά. Προσπαθείστε να το ταυτοποιήσετε, δίνει άλλη διάσταση στον τρόπο που αντιλαμβάνεστε τα πράγματα.

Για μένα, η αθωότητα έχει άρωμα. Μυρίζει φρεσκοκομμένο γρασίδι και αχλάδι. Μπισκότο Μιράντα Παπαδοπούλου. Μυρίζει κέικ που ψήνεται στο φούρνο και φρεσκοπλυμμένο φανελάκι. Μυρίζει σανό και σκόνη και βρεγμένο χώμα.

Τώρα συνειδητοποιώ γιατί μου αρέσει τόσο να βρίσκομαι κοντά στα ζώα. Μυρίζουν σκονισμένο τρίχωμα, τροφή, πατημένο χορτάρι. Tα ζώα μυρίζουν αθωότητα…

 





Cry for the moon

19 10 2009

“Ακολούθησε την κοινή σου λογική

Δεν μπορείς να κρύβεσαι πίσω από ένα παραμύθι για πάντα

Μόνο αποκαλύπτοντας ολόκληρη την αλήθεια μπορούμε να ξεσκεπάσουμε

Την ψυχή αυτού του νοσηρού προπυργίου για πάντα”

Morbid abuse of power in the garden of eden/ where the apple gets a youthful face

Epica – Cry for the Moon





Μαλακάσα, Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

17 10 2009

Η πηχτή συννεφιά άφηνε μόνο μια υπόνοια φωτός στον πρωινό ουρανό, σαν υπενθύμιση ότι είναι μέρα. Τα παχιά γκρίζα σύννεφα φιλτράριζαν το φως του ήλιου, αφήνοντας μόνο ένα χλωμό άσπρο να φτάνει ως το έδαφος. Στα αριστερά μου η πλαγιά του βουνού ορθωνόταν αγέρωχη, με τα πεύκα της να στέκονται φρουροί του περάσματος. Η ομίχλη που είχε απλωθεί έκρυβε τους κορμούς τους και οι κορυφές ξεπρόβαλλαν ξεκομμένες ανάμεσα από μια ανοιχτόγκριζη αχλή, σαν να ανήκαν στο όνειρό μου. Νεαρά πεύκα πλυμένα από τη βροχή, με τους κορμούς τους να φαίνονται τόσο καφέ σχεδόν μαύρους και τις βελόνες τους ανοιχτό πράσινο.

Η βροχή που έπεφτε δε θα μπορούσε να ταιριάζει πιο αρμονικά με το τοπίο. Οποιοσδήποτε άλλος καιρός θα ήταν ξένος. Το αμάξι έπαιρνε προσεκτικά τις στροφές, γιατί η μαύρη άσφαλτος που γυάλιζε στο αδύναμο φως γλίστραγε. Άκουγα το γουργούρισμα του κινητήρα του Ford Focus μου καθώς κινούνταν στην πλαγιά του βουνού.

Χρειάστηκε να θυμίσω στον εαυτό μου πολλές φορές να κοιτάζει το δρόμο. Με μεγάλη δυσκολία ξεκόλλησα το βλέμμα από το τοπίο αυτής της απαράμιλλης άγριας ομορφιάς αριστερά μου και ξαναεστίασα στο μαύρο γυαλιστερό οδόστρωμα.  Με τα φώτα πορείας αναμμένα, τα αυτοκίνητα από το αντίθετο ρεύμα έμοιαζαν σαν υπνοβάτες από άλλη διάσταση. Η πραγματικότητα είχε πέσει σε νάρκη, ο χρόνος είχε σταματήσει να κυλά σ’ αυτό το πέρασμα.

Σε μια στιγμή χαμήλωσα το ραδιόφωνο και άκουσα προσεκτικά τους ήχους του πρωινού, προσπαθώντας να τους απομνημονεύσω. Το τερέτισμα της βροχής στον ουρανό του αυτοκινήτου, το πιτσίλισμα των λάστιχών μου στο νερό του δρόμου, το μοτεράκι των καθαριστήρων και το ελαφρύ τρίξιμο των πλαστικών τους στο τζάμι, απόηχους από κεραυνούς που έπεφταν μακριά. Δε μπορούσα να χωρέσω τόση ομορφιά, φούσκωσα τα πνευμόνια μου να γίνω μεγαλύτερη για να τη χωρέσω καλύτερα, περισσότερο.

Προσπάθησα να ελαττώσω ταχύτητα για να διαρκέσει περισσότερο η διαδρομή. Έτσι κι αλλιώς είχα ήδη αργήσει για τη δουλειά. Δυνάμωσα ξανά τη μουσική που είχα: οι σκοτεινές, βαριές μελωδίες ταίριαζαν ακαταμάχητα με το γκρίζο σκηνικό. Κάπως έτσι είναι η ευτυχία.

Ο δρόμος συνέχισε να στρίβει και να ελίσσεται και μετά την τελευταία διχάλα, το ορεινό τοπίο χάθηκε από τα μάτια μου. Κι όμως, μέσα στο μυαλό μου πάντα θα βλέπω κορφές πεύκων τυλιγμένες στην ομίχλη, κάτω από έναν μολυβοσκέπαστο βροχερό ουρανό και θα είμαι ευγνώμων που το έζησα.





Η πρώτη μέρα του υπόλοιπου της ζωής μου

30 08 2009

Όταν η ζωή σου παίζεται σε μια κλωστή, όταν το σπίτι σου κινδυνεύει να καεί από την πυρκαγιά που έκανε τα πράσινα βουνά νεκροταφεία πεύκων, όταν ο αέρας μυρίζει κάρβουνο για μέρες, όταν αυτά που σου είναι πραγματικά σημαντικά για να συνεχίσεις τη ζωή σου χωράνε σε ένα σακίδιο πλάτης, τότε αναθεωρείς πολλά πράγματα. Δε σκέφτεσαι ούτε το ακριβό ρούχο στη ντουλάπα, ούτε τον καινούριο καναπέ, ούτε τα βιβλία σου. Κοιτάς να βγάλεις τους ζωντανούς με ασφάλεια από το σπίτι και να τους απομακρύνεις. Και τον εαυτό σου μαζί.

Τη στιγμή που έκλεινα την πόρτα στο σφραγισμένο μου σπίτι το προηγούμενο Σάββατο το βράδυ, το μάτι μου πλανήθηκε σε ό,τι θα άφηνα πίσω. Είχα ετοιμάσει το σακίδιό μου με τα πολύτιμα αντικείμενά μου (το πτυχίο μου, βιβλιάριο υγείας δικό μου και του σκύλου μου, το διαβατήριο και την ταυτότητά μου και δυο αλλαξιές ρούχα) από νωρίτερα εκείνο το απόγευμα, όταν οι φλόγες φαίνονταν στον ορίζοντα ένα χιλιόμετρο μακριά από το σπίτι μου. Με πόνο κοίταξα αυτά που εγκατέλειπα πίσω. Το μεσημεριανό φαγητό είχε μείνει έξω από το ψυγείο. Το ίδιο το ψυγείο με τα φρέσκα σταφύλια που δεν πρόλαβα ακόμα να φάω. Το σορτς μου ήταν στο πάτωμα, δεν υπήρχε χρόνος για τακτοποίηση τώρα. Τα βιβλία μου όλα αραδιασμένα όμορφα στα ράφια της καινούριας βιβλιοθήκης. Τις τριανταφυλλιές που παιδευόμουν να κάνω να σκαρφαλώσουν στο κάγκελο του μπαλκονιού. Τι θα έκανα αν όλα αυτά καταστρέφονταν;

Δάκρυα μου έρχονταν στα μάτια, αλλά τα κατέπνιξα με μια βαθιά αναπνοή. Δεν υπήρχε χρόνος για συναισθηματισμούς, έπρεπε να είμαι ψύχραιμη και αποφασιστική. Πρώτα η ζωή. Μετά τα υπάρχοντα. Είχα ήδη κάνει χώρο στο πορτ-μπαγκάζ για το σκύλο και είχα συνεννοηθεί με μια φίλη να φιλοξενήσει εμένα και την αδερφή μου.  Η αδερφή μου άφησε τον πόνο της να την κυριεύσει. Φυσικά και φοβόταν μήπως καούν τα σπίτια μας, φυσικά και ήθελε να πάρει όσα περισσότερα μπορούσε μαζί της. Κι εγώ το ίδιο ένιωθα, αλλά δεν ήταν ακόμα στιγμή για τέτοια. Χρειάστηκε να της θυμίσω πολλές φορές ότι αυτά που χρειάζεται πραγματικά είναι εκείνα που θα της επιτρέψουν να ξαναχτίσει ό,τι είχε ως εκείνη τη μέρα. Μόλις οι αστυνόμοι διέταξαν να φύγουμε από την περιοχή, ήμασταν στο αυτοκίνητο μαζί με το σκύλο και κατευθυνόμασταν προς το κέντρο της πόλης.

Μετά από δύο εικοσιτετράωρα γεμάτα αγωνία και με περίπου 8 ώρες ύπνου συνολικά, καταφέραμε να επιστρέψουμε στα σπίτια μας. Ευτυχώς η γειτονιά μου δεν κάηκε. Η φωτιά πέρασε πολύ κοντά μας, αλλά το σπίτι σώθηκε. Και σκέφτηκα όλους εκείνους που δεν ήταν το ίδιο τυχεροί, όχι μόνο φέτος το καλοκαίρι αλλά και πρόπερσι. Όλους εκείνους που έχασαν κάποιον αγαπημένο στις φωτιές. Όλους εκείνους που ξεριζώθηκαν από την εστία τους όταν το σπίτι τους κάηκε. Όλους εκείνους που η φωτιά τούς άφησε μόνιμα σημάδια στο σώμα τους. Και συνειδητοποίησα ότι όταν είσαι ζωντανός και οι δικοί σου είναι κι αυτοί ζωντανοί, αυτό αρκεί. Το σπίτι είναι ικανή αλλά όχι αναγκαία συνθήκη για να συνεχίσεις. Αν είσαι ζωντανός, φτιάχνεις και σπίτι. Αυτό είναι που μετράει, να ζήσεις. Όλα τ’ άλλα, υπάρχοντα, κήποι, αυτοκίνητα, όλα αυτά είναι πολυτέλειες.

Αφιερώνω αυτό το άρθρο σε όλους εκείνους που έχασαν πολλά περισσότερα από εμένα που έχασα μόνο τον ύπνο μου και τους εύχομαι καλή δύναμη για τη συνέχεια…





Το Ρολόι του Χρόνου

18 04 2009

Πάνω στο μεγάλο ρολόι του χρόνου με το σκονισμένο ωρολόγιο οι δείκτες κάνουν αδιάκοπους γύρους. Οι δείκτες είναι εκεί στο ρολόι από τα βάθη του χρόνου. Και οι δυο μαζί περνάνε πάνω από τους αριθμούς έναν έναν με τη σειρά, χωρίς να γυρίζουν ποτέ προς τα πίσω. Ό,τι δείξουν είναι για μια φορά και τέρμα, ό,τι γίνει είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο.

Πρώτα ο μεγάλος, γρήγορος και βιαστικός, μετά ο μικρός, πιο σοβαρός, υπομονετικός αλλά αυστηρός. Μαντεμένιοι δείκτες με σκαλίσματα στις άκρες τους: ο μεγάλος πιο επιτηδευμένος, πιο παιχνιδιάρικος, ο μικρός λιτός και αυστηρός. Ο μεγάλος γυρίζει γύρω από τον μικρό πολλές φορές, σαν να τον προκαλεί να τρέξουν μαζί πάνω από τους αριθμούς. Ο μικρός όμως ξέρει ότι όλα θα γίνουν στην ώρα τους. Δεν τρέχει γρήγορα, γιατί ξέρει πως ό,τι γράψει δεν αναιρείται, ο χρόνος δε γυρίζει πίσω. Γυρίζουν στο ίδιο φιλντισένιο καντράν από την αρχή του χρόνου, η ιστορία τους χάνεται στη λήθη του παρελθόντος.

Σαν το ρολόι και οι ζωές μας, ό,τι γίνει δεν ξεγίνεται, δε γυρίζει πίσω. Κάθε λεπτό είναι πολύτιμο, κάθε ώρα, κάθε ημέρα. Άλλες φορές μας φαίνεται ότι η ώρα δεν περνάει με τίποτα, όπως όταν είμαστε άρρωστοι ή όταν περιμένουμε να έρθει κάποιος που αγαπάμε πολύ. Άλλες φορές η ώρα κυλάει και φεύγει σαν το νερό μετά τη βροχή, όπως όταν ευχαριστιόμαστε την παρέα των φίλων μας. Η ζωή μας είναι μοναδική, μια φορά, χωρίς επαναλήψεις. Δεν ξέραμε τι υπήρχε πριν, δεν ξέρουμε τι υπάρχει μετά. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι αυτό που αντιλαμβάνεται το μυαλό μας και νιώθουν οι αισθήσεις μας. Το τώρα. Το εδώ.

Είμαστε πολύ σύντομοι σε σύγκριση με το μεγάλο φιλντισένιο ρολόι με τους μαντεμένιους δείκτες του χρόνου. Εμείς ερχόμαστε και φεύγουμε, αυτό όμως θα μένει εκεί, γενιές πριν από μας, γενιές μετά. Το μόνο που μπορεί να συγκριθεί με το μεγαλείο του ρολογιού είναι οι αναμνήσεις μας. Γι’ αυτό πρέπει να ζούμε το κάθε λεπτό μας, την κάθε ώρα μας, τον κάθε γύρο των δεικτών καλά. Όχι απαραίτητα πλούσια, όχι απαραίτητα δυνατά και εκρηκτικά, αλλά καλά. Ας είμαστε όλοι ευλογημένοι με αγάπη, που κάνει όσους γύρους μας δώσει το ρολόι να αξίζουν τον κόπο.

Θα υπάρχουν φορές που νιώθουμε ότι χάνουμε το χρόνο μας, και θα υπάρχουν φορές που όντως τον χάνουμε. Αλλά δεν είμαστε τέλειοι. Αυτό που μας κάνει να υπερέχουμε από τα άλλα πλάσματα, ακόμα κι από τους μαντεμένιους δείκτες του μεγάλου ρολογιού, είναι η πεποίθηση ότι ακόμα κι αν δεν είμαστε παρόντες για πάντα, ακόμα κι όταν δεν είμαστε τέλειοι, δεν σταματάμε να προσπαθούμε να κάνουμε όσο χρόνο μας δώσει τορολόι καλύτερο για μας και τους γύρω μας.





O καλύτερος φίλος του ανθρώπου

31 01 2009

Ο λόγος για το σκύλο, φυσικά! Και συγκεκριμένα, για το ΔΙΚΟ μου σκύλο!

Είναι ένα λυκόσκυλο, κορίτσι, κάτι λιγότερο από τριών ετών, μαύρο (έτσι λέμε όσα λυκόσκυλα έχουν μαύρη ράχη και καφετί κοιλιά και πόδια), με μεγάλη όρεξη για φαγητό και ακόμα μεγαλύτερη όρεξη για χάδια! Την υιοθέτησα από μια οικογένεια που δεν την ήθελε πια και βρήκε το σπίτι της στην αυλή μου. Σήμερα κλείνει δυο εβδομάδες που είναι δική μου (και είμαι δική της, αν θέλετε, αυτά είναι αλληλένδετα) και τα πάμε θεσπέσια μαζί.

Το σκυλάκι έχει ήδη μάθει βασικά πράγματα, όπως το “πάμε”, το “έλα”, το “όχι!” και το “κάτω” και η αλήθεια είναι ότι με εξέπληξε το πόσο γρήγορα μαθαίνει. Διάβασα ότι τα μεγάλα σκυλιά σε ηλικία έχουν χάσει την κουταβιόθεν ικανότητά τους να απορροφούν πληροφορίες, γι’ αυτό πρέπει οι ιδιοκτήτες τους να είναι υπομονετικοί και επίμονοι μέχρι οι εντολές τους να βρουν αποδέκτη. Πάντως σ’ αυτό δεν υπήρχε πρόβλημα, γιατί η υπομονή είναι το μεσαίο μου όνομα! Μπορώ να της λέω κάτι όσες φορές χρειαστεί, και σταδιακά χρειάζεται όλο και λιγότερες. Χθες έκατσε κάτω μόνο με τη δεύτερη φορά που της το είπα! Τώρα προσπαθώ να την εκπαιδεύσω στην εντολή “μείνε”.

Από τότε που έχω το σκύλο μου, έχουμε μπει και οι δύο – σκύλος και αφεντικό – σε πρόγραμμα: εκείνη έχει μπει σε πρόγραμμα εκπαίδευσης κι εγώ σε πρόγραμμα γυμναστικής! Για όσους δεν ξέρουν τι είναι να βγάζεις δυο φορές τη μέρα ένα περίεργο λυκόσκυλο 20 κιλών που θέλει να τα μυρίσει όλα, ένα θα σας πω: ΚΟΥΡΑΖΕΙ! Ομολογώ όμως ότι έχω δει βελτίωση στη φυσική μου κατάσταση: δεν κρυώνω πια τόσο, τα χέρια μου δυναμώσανε από τα δάχτυλα ως τους ώμους, περπατάω τουλάχιστον 45 λεπτά τη μέρα και έχω ξεχάσει την πολυτέλεια του πρωινού χουζουρέματος (διαφορετικά δεν προλαβαίνω να ταΐσω το σκύλο μου, να καθαρίσω την περιοχή του, να πλύνω το πιατάκι του, να τον πάω βόλτα ΚΑΙ να είμαι και στην ώρα μου στη δουλειά).

Το καλύτερο μέρος όλων είναι ότι όλη η φροντίδα και η αγάπη μου έχουν αντίκρυσμα. Είχα κατά καιρούς κι άλλα κατοικίδια, εκ των οποίων το μόνο θερμόαιμο θηλαστικό ένα χάμστερ, αλλά τα σκυλιά είναι άλλη κλάση. Το βλέπω στον τρόπο που με κοιτάει, στο πώς πηδάει πάνω μου από χαρά όταν με βλέπει, στο πώς έρχεται κοντά μου όταν το φωνάζω για να το χαϊδέψω, ότι μου είναι αφοσιωμένο και με αγαπάει κι αυτό. Δεν υπάρχει καλύτερο αγχολυτικό από το να χαϊδεύεις το σκύλο σου. Ακόμα κι όταν είμαι στις μαύρες μου, πέντε λεπτά μαζί της αρκούν να μου φτιάξουν τη διάθεση.

Για όσους λοιπόν έχετε χώρο στο σπίτι σας (και στην καρδιά σας) και χρόνο να διαθέσετε, σας το προτείνω ανεπιφύλακτα. Είναι ένας δεσμός που σου επιστρέφει διπλά όσα επενδύσεις. Αν θέλετε περισσότερες πληροφορίες, δείτε εδώ κι εδώ.

Πρέπει να φύγω τώρα, είναι ώρα για βόλτα!..





Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ;

30 01 2009

Στην εκπνοή του Γενάρη, το πρωί της τελευταίας παγωμένης ημέρας του πρώτου παγωμένου μήνα του χρόνου, με το που άνοιξα τα μάτια μου, ένα τραγούδι μου σφηνώθηκε στο μυαλό καίγοντας το ίχνος του σαν το σίδερο που μαρκάρουν τα πρόβατα. Το τραγούδι αυτό ήρθε τόσο φυσικά στη συνείδησή μου και με εξέφρασε τόσο δυνατά, που ήταν σαν αποκάλυψη, μια από κείνες τις στιγμές που χτυπάς το μέτωπό σου και αναφωνείς «Μα πώς δεν το σκέφτηκα νωρίτερα;». Είναι οι στιγμές που μια σκέψη που παρέμενε κοιμισμένη για καιρό στο βάθος του μυαλού σου ξαφνικά κατεβαίνει στο συνειδητό, και στέκεσαι εμβρόνητος μπροστά της, σαν τον άνθρωπο που τόσο καιρό πνιγόταν για ανάσα και ξαφνικά ανακαλύπτει το ζωνάρι που του σφίγγει το στήθος.

Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω

τραγούδι άγνωστο και αγέννητη σιωπή

πίσω απ’ τα μάτια, πίσω απ’ της ζωής το βέλο

κρύβεσαι σαν βροχή που στέγνωσε το ξέρω

νεροποντή που περιμένω μια ζωή

γιατί δεν έρχεσαι…



Μια καταιγίδα θέλω να ’ρθει να ουρλιάξει

όσα δεν είπαμε από φόβο ή ντροπή

στα σωθικά μας και στα μάτια μας να ψάξει

κάθε μας λέξη μυστική να την πετάξει

μέχρι τον ήλιο ν’ ανεβεί και να τον κάψει

γιατί δεν έρχεσαι

γιατί δεν έρχεσαι ποτέ

γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω



Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν νυχτώνει

όταν κρατιέμαι σαν χερούλι απ’ το ποτό

απ’ το ποτό της φαντασίας μου που με λιώνει

κάθε γουλιά του καίει σαν πάγος και σαν χιόνι

κι ανατινάζει του μυαλού μου το βυθό

γιατί δεν έρχεσαι…



Μια καταιγίδα θέλω να ’ρθει να μας πνίξει

σ’ ένα τραγούδι που δεν έγραψε κανείς

ότι δεν γίναμε ποτέ να μην το δείξει

να ’ναι γιορτή την αγκαλιά της να ανοίξει

στην ανημπόρια της χαμένης μας ζωής

γιατί δεν έρχεσαι

γιατί δεν έρχεσαι ποτέ

γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω



Απ’ της ψυχής μου το ιερό ως της ζωής μου το μπουρδέλο

χτίσε μια γέφυρα να πάω και να ’ρθω

γιατί δεν έρχεσαι ποτέ, ποτέ όταν σε θέλω

κλείσε τα μάτια μου και έλα να σε δω

γιατί δεν έρχεσαι

γιατί δεν έρχεσαι ποτέ

γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω…


Αλκίνοος Ιωαννίδης – «Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ (όταν σε θέλω);»

Αφιερωμένο εξαιρετικά στην πρώτη μου αγάπη, που δεν ερχόταν ποτέ όταν τον ήθελα αλλά πληγωνόταν όλες τις φορές που έβρισκα τρόπο να μην τον θέλω… Στην υγειά σου, μωρό μου.






Σε αργή κίνηση

24 01 2009

Αν σε συναντούσα πρόσωπο με πρόσωπο, θα έβαζα κρασί, θα χαμήλωνα τα φώτα, θα έβαζα μουσική και θα σε ζητούσα σε αργό χορό. Θα παίρναμε μια ανάσα και θα πιανόμασταν. Το χέρι μου θα άγγιζε τον ώμο σου, το άλλο μου χέρι θα ήταν κλεισμένο στη χούφτα σου. Το άλλο σου χέρι θα άγγιζε τη μέση μου, στέλνοντας ρίγη στη ραχοκοκαλιά μου.  Και θα ξεκινούσαμε να κινούμαστε μαζί.

Θα χορεύαμε αργά, γιατί έχουμε βαρεθεί να τρέχουμε στη ζωή μας. Καθώς θα στριφογυρνούσαμε γύρω από τον ίδιο άξονα, θα ένιωθα τους μυς σου να δίνουν την κίνηση, θα ένιω8ες το λίκνισμα του κορμιού μου στη μουσική. Αρμονία. Θα έγερνα το κεφάλι μου πάνω στον ώμο σου κι εσύ θα με τραβούσες μαλακά πιο κοντά σου, έτσι ώστε τα σώματά μας να αγγίζονται. Θα ένιωθα το ρυθμό της ανάσας σου, τους παλμούς της καρδιάς σου απέναντι από τη δική μου. Ταύτιση.

Θα ζαλιζόμουν και δε θα ήμουν σίγουρη αν φταίει το κρασί ή η ζεστή σου αναπνοή στο λαιμό μου. Θα έλιωνα και θα γεννιόμουν εσύ, κι εσύ θα εξαϋλωνόσουν και θα δημιουργούσες εμένα. Έρωτας. Κι έτσι αγκαλιασμένοι θα παραμέναμε ο ένας μαζί με τον άλλον για πάντα, χωρίς τα χιλιόμετρα που μπαίνουν ανάμεσά μας και μας χωρίζουν. Πρώτα το ένα βήμα, μετά το άλλο, μετά το άλλο, σε έναν αέναο χορό των ψυχών μας…





Ομορφιά

10 01 2009

Τι θα συνέβαινε αν η εμφάνισή σου ήταν πιο ταπεινή? Αν το πρόσωπό σου δεν ήταν τέτοιας απαράμιλλης ομορφιάς που κάθε λογικός άνθρωπος έχανε τα λογικά του, αν τα μαλλιά σου δεν έμοιαζαν με μαύρο καταρράχτη που τρέχει μεταξένιος στην πλάτη σου, αν το βλέμμα σου δεν έκοβε την ανάσα κάθε ζωντανού ανθρώπου, αν τα χείλια σου δεν ήταν μια κόκκινη σάρκα που κάνουν να θες να τη γευτείς σαν ώριμο φρούτο, τι αν το σώμα σου δεν ήταν λυγερό και σφιχτό και δεν προκαλούσε και στον πιο θρησκευάμενο άντρα τις πιο άσεμνες επιθυμίες, αν η αύρα σου δεν ήταν αυτή βασίλισσας που κυβερνά στο βασίλειό της? Θα ήσουν ακόμα το άτομο που είσαι? Θα με έκανες ακόμα και τότε να χάνω τον ύπνο μου και να σκέπτομαι εσένα νύχτα και μέρα, σαν ένα πρωτόβγαλτο αγόρι που ερωτεύεται πρώτη φορά? Πολύ αμφιβάλλω, δέσποινά μου. Επειδή αυτό που είμαστε είναι αυτό που οι άλλοι βλέπουν σε μας…





Φιλαράκι, για παρ’ το αλλιώς.

3 01 2009

Θέλεις να μετακομίσεις με τον αγαπημένο σου που είστε 8 χρόνια μαζί. Είναι μεγάλη απόφαση, δε βρίσκετε? Και αρχίζεις να το σκέπτεσαι κι από δεξιά κι απ’ αριστερά. “Είναι καλή η εποχή? Είμαστε έτοιμοι? Κι αν ο αγαπημένος μου δε γουστάρει να έρχεται η αδερφή μου να αράζουμε? Κι άμα οι δικοί μου μας καλούν για τραπέζι τις Κυριακές και ο αγαπημένος μου δε γουστάρει να έρχεται, πώς θα εμφανίζομαι εγώ μόνη μου σαν ηλίθια? Κι αν περάσουν τα χρόνια και δεν κάνουμε κανένα παιδί και μετά εγώ είμαι πολύ μεγάλη για να μείνω έγκυος?” Καλά ως εδώ. Λογικά και τα άγχη και ο δισταγμός. Αλλά η ρημαδιασμένη η διστακτικότητα σε κυνηγάει και σε άλλα, πιο παράλογα θέματα, απλά για να μη σε αφήνει να ησυχάσεις.

Θες να πάρεις ένα σκύλο. Πάντα ήθελες ένα σκύλο, από τότε που η μάνα σου μικρή – σκυλοφοβική όντας – σου φώναζε να μην πηγαίνεις κοντά στα αδέσποτα κι εσύ, από σπάσιμο, τα χάιδευες όλα. Όσο ήσουν μικρή σε βαυκάλιζαν ότι στο διαμέρισμα δε μπορεί να μείνει σκύλος γιατί δε θα μπορεί να τρέξει και θα κατουράει τους καναπέδες και θα γδέρνει την πόρτα του μπάνιου και θα γαυγίζει και θα ενοχλεί τους γείτονες και θα αφήνει τρίχες και σάλια παντού. Εσύ πήγαινες πάσο: εξάλλου ήθελες ο σκύλος να είναι χαρούμενος. Ώσπου μετακόμισες σε
μονοκατοικία με αυλή και υπήρχε πια χώρος (για την ακρίβεια, η δικαιολογία της έλλειψης χώρου έπαψε να ισχύει) για σκύλο. Έκανες όνειρα για το πού θα βάλεις το σκυλόσπιτο στον κήπο, πώς θα βαφτίσεις το νέο σου κατοικίδιο, ποιος θα σου το προσέχει όταν λείπεις διακοπές, αν θα τρώει ξηρά τροφή ή μαγειρεμένο φαγητό (και τα δύο, για ποικιλία), φαντάστηκες ότι το πας στον κτηνίατρο, για περπάτημα/ κατούρημα, ότι το χωρίζεις από σκυλοκαυγάδες, ότι το εκπαιδεύεις να μην σκαλίζει τις μπιγόνιες της μάνας σου. Τα αποφάσισες όλα εκτός από το να πάρεις τον άτιμο το σκύλο! Δώδεκα χρόνια τώρα.

Μετά, θες να ξεκινήσεις μαθήματα πολεμικής τέχνης. Το προτείνεις στην κολλητή σου και στον αγαπημένο σου, για να μην είσαι μόνη σου και χτυπιέσαι σαν αλλοπρόσαλλη στην αίθουσα. Θα δουν, γιατί όχι, γυμναστική και αυτοάμυνα 2 σε 1, θα το συνεννοηθείτε, δεν μπορούν τώρα γιατί είναι λίγο πιεσμένοι αλλά από τον άλλο μήνα σίγουρα. Η κολλητή σου Δευτέρες και Τετάρτες έχει Ιταλικά, Πέμπτες χορό, Τρίτες και Παρασκευές είναι ελεύθερη αλλά θέλει να βλέπει και το δικό της αγαπημένο πού και πού. Σάββατο πρωί δουλεύει, οπότε δε γίνεται. Ο αγαπημένος σου δε μπορεί (κατ’ ευφημισμόν, στην ουσία βαριέται χειρότερα κι απ’ τις αμαρτίες του) να κουνήσει
από τον καναπέ τις καθημερινές τα απογεύματα και σου αντιπροτείνει να γραφτείτε σε μια σχολή κοντά στο σπίτι του, για να μην κάνει και τσάμπα δρόμο το παιδί. Εσύ θα κάνεις σαν το μ@λ@κ@ 30 χλμ και 40 λεπτά να πας κι άλλα τόσα να γυρίσεις εκεί που μένεις. Νιώθεις γενναιόδωρη και δέχεσαι να ψάξεις σχολή κοντά του, όπου και βρίσκεις 3, μαζί με ώρες μαθημάτων, τηλέφωνα εγγραφών, διευθύνσεις, χρώμα βρακιού του εκπαιδευτή κλπ. Του δίνεις ό,τι βρήκες για να διαλέξει εκείνος ποια προτιμάει. Εδώ και 15 μήνες δυσκολεύεται να αποφασίσει.

Μετά, είναι εκείνη η εκδρομή για rafting που θες να πας από το 2000. Βρήκες ποτάμι, εκπαιδευτή, πρακτορείο για να κλείσεις φτηνότερα εισιτήρια, εποχή του χρόνου που είναι καλή η ροή του νερού. Βρήκες τα πάντα εκτός από παρέα. Και πάλι, περιμένεις να μπορούν όλοι ταυτόχρονα, για να μαζευτεί όλη η παρέα στη φουσκωτή βάρκα και να βγάλετε και μία από κείνες τις αστείες φωτογραφίες που όλοι είναι μουσκεμένοι μέχρι το κόκαλο και χτυπάνε τα δόντια τους από το κρύο, αλλά γελάνε πλατιά στο φακό με τις στολές δύτη, τα κουπιά ανά χείρας και τα κράνη στο
κεφάλι. Και φυσικά, ο καιρός περνάει και τελικά η φοβιτσιάρα κολλητή σου πάει για rafting πριν από σένα και μένεις μ@λ@κ@ς.

Και μετά είναι εκείνη η εκδρομή τα Χριστούγεννα που ήθελες να πας αλλά εμπιστεύτηκες άλλους να την κανονίσουν και τελικά έκανες Χριστούγεννα με την τετραμελή οικογένειά σου στην Αθήνα (όχι εξ’ επιλογής, αλλά εκ μπακουριάσματος). Και οι καλοκαιρινές διακοπές σε camping που χρόνια τώρα ψήνεις κόσμο να πάει αλλά δεν ψήνεται κανείς. Και το κολύμπι σε ποτάμι. Και η ποδηλασία σε συχνότερη βάση. Και εκείνη η βόλτα για καφέ που χρωστάς στους συμφοιτητές σου από το μεταπτυχιακό (κατά πάσα πιθανότητα δεν το θυμούνται ούτε εκείνοι τώρα πια). Και ο γνωστός που ήρθε Ελλάδα για τις γιορτές και του είπες ότι θα βγαίνατε. Και τόσα άλλα. Και μια μέρα συνειδητοποιείς ότι δε ζεις, απλά ανασαίνεις. Και τότε φρικάρεις που ανακάλυψες ότι πρόδωσες την υπόσχεση που έδωσες στον εαυτό σου στα 16.

Σιχάθηκα να κρέμομαι από άλλους για να κανονίσω μαζί τους πράγματα που θέλω να κάνω εγώ. Σιχάθηκα τον αναποφάσιστο εαυτό μου. Σιχάθηκα τον ανασφαλή, κοινωνικά ευνουχισμένο, μίζερο εαυτό μου. Έχω πιάσει πάτο στα μάτια της αυτοκριτικής μου. Θέλω να ρίξω μαύρη πέτρα πίσω μου σε οικογένεια και φίλους και “αγαπημένους” και να κάνω ό,τι απωθημένο έχω κατά νου πριν γίνω μια γεμάτη πικρία γριά που μισεί ακόμα και τα περιστέρια. Αν οι ευχές της νέας χρονιάς πιάνανε τόπο, 8α ευχόμουν μια χρονιά με λιγότερη σκέψη και περισσότερη δράση.

Αμήν…