Θέλεις να μετακομίσεις με τον αγαπημένο σου που είστε 8 χρόνια μαζί. Είναι μεγάλη απόφαση, δε βρίσκετε? Και αρχίζεις να το σκέπτεσαι κι από δεξιά κι απ’ αριστερά. “Είναι καλή η εποχή? Είμαστε έτοιμοι? Κι αν ο αγαπημένος μου δε γουστάρει να έρχεται η αδερφή μου να αράζουμε? Κι άμα οι δικοί μου μας καλούν για τραπέζι τις Κυριακές και ο αγαπημένος μου δε γουστάρει να έρχεται, πώς θα εμφανίζομαι εγώ μόνη μου σαν ηλίθια? Κι αν περάσουν τα χρόνια και δεν κάνουμε κανένα παιδί και μετά εγώ είμαι πολύ μεγάλη για να μείνω έγκυος?” Καλά ως εδώ. Λογικά και τα άγχη και ο δισταγμός. Αλλά η ρημαδιασμένη η διστακτικότητα σε κυνηγάει και σε άλλα, πιο παράλογα θέματα, απλά για να μη σε αφήνει να ησυχάσεις.
Θες να πάρεις ένα σκύλο. Πάντα ήθελες ένα σκύλο, από τότε που η μάνα σου μικρή – σκυλοφοβική όντας – σου φώναζε να μην πηγαίνεις κοντά στα αδέσποτα κι εσύ, από σπάσιμο, τα χάιδευες όλα. Όσο ήσουν μικρή σε βαυκάλιζαν ότι στο διαμέρισμα δε μπορεί να μείνει σκύλος γιατί δε θα μπορεί να τρέξει και θα κατουράει τους καναπέδες και θα γδέρνει την πόρτα του μπάνιου και θα γαυγίζει και θα ενοχλεί τους γείτονες και θα αφήνει τρίχες και σάλια παντού. Εσύ πήγαινες πάσο: εξάλλου ήθελες ο σκύλος να είναι χαρούμενος. Ώσπου μετακόμισες σε
μονοκατοικία με αυλή και υπήρχε πια χώρος (για την ακρίβεια, η δικαιολογία της έλλειψης χώρου έπαψε να ισχύει) για σκύλο. Έκανες όνειρα για το πού θα βάλεις το σκυλόσπιτο στον κήπο, πώς θα βαφτίσεις το νέο σου κατοικίδιο, ποιος θα σου το προσέχει όταν λείπεις διακοπές, αν θα τρώει ξηρά τροφή ή μαγειρεμένο φαγητό (και τα δύο, για ποικιλία), φαντάστηκες ότι το πας στον κτηνίατρο, για περπάτημα/ κατούρημα, ότι το χωρίζεις από σκυλοκαυγάδες, ότι το εκπαιδεύεις να μην σκαλίζει τις μπιγόνιες της μάνας σου. Τα αποφάσισες όλα εκτός από το να πάρεις τον άτιμο το σκύλο! Δώδεκα χρόνια τώρα.
Μετά, θες να ξεκινήσεις μαθήματα πολεμικής τέχνης. Το προτείνεις στην κολλητή σου και στον αγαπημένο σου, για να μην είσαι μόνη σου και χτυπιέσαι σαν αλλοπρόσαλλη στην αίθουσα. Θα δουν, γιατί όχι, γυμναστική και αυτοάμυνα 2 σε 1, θα το συνεννοηθείτε, δεν μπορούν τώρα γιατί είναι λίγο πιεσμένοι αλλά από τον άλλο μήνα σίγουρα. Η κολλητή σου Δευτέρες και Τετάρτες έχει Ιταλικά, Πέμπτες χορό, Τρίτες και Παρασκευές είναι ελεύθερη αλλά θέλει να βλέπει και το δικό της αγαπημένο πού και πού. Σάββατο πρωί δουλεύει, οπότε δε γίνεται. Ο αγαπημένος σου δε μπορεί (κατ’ ευφημισμόν, στην ουσία βαριέται χειρότερα κι απ’ τις αμαρτίες του) να κουνήσει
από τον καναπέ τις καθημερινές τα απογεύματα και σου αντιπροτείνει να γραφτείτε σε μια σχολή κοντά στο σπίτι του, για να μην κάνει και τσάμπα δρόμο το παιδί. Εσύ θα κάνεις σαν το μ@λ@κ@ 30 χλμ και 40 λεπτά να πας κι άλλα τόσα να γυρίσεις εκεί που μένεις. Νιώθεις γενναιόδωρη και δέχεσαι να ψάξεις σχολή κοντά του, όπου και βρίσκεις 3, μαζί με ώρες μαθημάτων, τηλέφωνα εγγραφών, διευθύνσεις, χρώμα βρακιού του εκπαιδευτή κλπ. Του δίνεις ό,τι βρήκες για να διαλέξει εκείνος ποια προτιμάει. Εδώ και 15 μήνες δυσκολεύεται να αποφασίσει.
Μετά, είναι εκείνη η εκδρομή για rafting που θες να πας από το 2000. Βρήκες ποτάμι, εκπαιδευτή, πρακτορείο για να κλείσεις φτηνότερα εισιτήρια, εποχή του χρόνου που είναι καλή η ροή του νερού. Βρήκες τα πάντα εκτός από παρέα. Και πάλι, περιμένεις να μπορούν όλοι ταυτόχρονα, για να μαζευτεί όλη η παρέα στη φουσκωτή βάρκα και να βγάλετε και μία από κείνες τις αστείες φωτογραφίες που όλοι είναι μουσκεμένοι μέχρι το κόκαλο και χτυπάνε τα δόντια τους από το κρύο, αλλά γελάνε πλατιά στο φακό με τις στολές δύτη, τα κουπιά ανά χείρας και τα κράνη στο
κεφάλι. Και φυσικά, ο καιρός περνάει και τελικά η φοβιτσιάρα κολλητή σου πάει για rafting πριν από σένα και μένεις μ@λ@κ@ς.
Και μετά είναι εκείνη η εκδρομή τα Χριστούγεννα που ήθελες να πας αλλά εμπιστεύτηκες άλλους να την κανονίσουν και τελικά έκανες Χριστούγεννα με την τετραμελή οικογένειά σου στην Αθήνα (όχι εξ’ επιλογής, αλλά εκ μπακουριάσματος). Και οι καλοκαιρινές διακοπές σε camping που χρόνια τώρα ψήνεις κόσμο να πάει αλλά δεν ψήνεται κανείς. Και το κολύμπι σε ποτάμι. Και η ποδηλασία σε συχνότερη βάση. Και εκείνη η βόλτα για καφέ που χρωστάς στους συμφοιτητές σου από το μεταπτυχιακό (κατά πάσα πιθανότητα δεν το θυμούνται ούτε εκείνοι τώρα πια). Και ο γνωστός που ήρθε Ελλάδα για τις γιορτές και του είπες ότι θα βγαίνατε. Και τόσα άλλα. Και μια μέρα συνειδητοποιείς ότι δε ζεις, απλά ανασαίνεις. Και τότε φρικάρεις που ανακάλυψες ότι πρόδωσες την υπόσχεση που έδωσες στον εαυτό σου στα 16.
Σιχάθηκα να κρέμομαι από άλλους για να κανονίσω μαζί τους πράγματα που θέλω να κάνω εγώ. Σιχάθηκα τον αναποφάσιστο εαυτό μου. Σιχάθηκα τον ανασφαλή, κοινωνικά ευνουχισμένο, μίζερο εαυτό μου. Έχω πιάσει πάτο στα μάτια της αυτοκριτικής μου. Θέλω να ρίξω μαύρη πέτρα πίσω μου σε οικογένεια και φίλους και “αγαπημένους” και να κάνω ό,τι απωθημένο έχω κατά νου πριν γίνω μια γεμάτη πικρία γριά που μισεί ακόμα και τα περιστέρια. Αν οι ευχές της νέας χρονιάς πιάνανε τόπο, 8α ευχόμουν μια χρονιά με λιγότερη σκέψη και περισσότερη δράση.
Αμήν…