Αργά το απόγευμα, ημέρα Πέμπτη. Βρέχει και κάνει κρύο. Ο αγαπημένος μου καιρός.
Φοράω το καφέ αδιάβ
ροχο μπουφάν και ένα παλιό καπέλο του baseball και ετοιμάζομαι για βόλτα. Δε με νοιάζει να βραχώ λίγο, εξάλλου είμαι γλυκιά αλλά δε λιώνω στη βροχή (όπως είπα προχθές και σε ένα συνάδελφό μου και σκάσαμε και οι δύο στα γέλια). Λίγο πριν κλείσω την πόρτα πίσω μου αποφασίζω να βάλω λίγο νερό στο κρασί της ξεγνοιασιάς μου και γυρίζω πίσω και φοράω τις παλιές μαύρες, λασπωμένες γαλότσες μου. Όσο κι αν μ’ αρέσει η βροχή, δεν κάνει να έχω βρεγμένα πόδια. Ρίχνω μια ματιά στο είδωλό μου στο τζάμι της κουζίνας: μια αλλοπαρμένη φιγούρα με καπέλο, μπουφάν, φόρμα χωμένη μέσα σε γαλότσες και τα κλειδιά στο χέρι. Δε βαριέσαι!
Παίρνω το λουρί του σκύλου και πλησιάζω την πόρτα της περίφραξής της. Αρχίζει να κουνάει την ουρά της μόλις με βλέπει, ξέρει ότι όταν έρχομαι, καλά πράγματα θα της συμβούν: θα φάει, θα παίξει, θα πάει βόλτα, θα τη χαϊδέψουν. Μυρίζει το λουρί στην παλάμη μου, που έχει αρχίσει ήδη να νωπίζει από το ψιχαλητό. Της περνάω την άκρη στον κρίκο του περιλαιμίου της, ανοίγω την πόρτα της διάπλατα και με ένα απαλό χτύπημα στην πλάτη της λέω τη μαγική λέξη: “Πάμε!”.
Βγαίνουμε από την αυλόπορτα στο δρόμο, εκείνη κι εγώ. Κανείς δεν περνάει, ούτε καν αυτοκίνητα. Δεν ξέρω πώς έτυχε έτσι, αλλά νιώθω μια χαρά που είμαστε μόνες μας μέσα στη βροχή. Περπατάω γρήγορα, στο ρυθμό του σκύλου. Το γρήγορο βάδισμα με κρατάει ζεστή. Τα ακροδάχτυλά μου μόνο κρυώνουν, αφού εξέχουν από τα μουσκεμένα μου μανίκια. Τα τσουλούφια μου κάτω από το καπέλο έχουν πιάσει ομήρους σταγόνες που γυαλίζουν σαν κρυστάλλινες σφαίρες στα φώτα του δρόμου.
Περπατώντας έτσι, ανεβαίνουμε όλη την ανηφόρα και φτάνουμε στα πεύκα του πάρκου. Το σκυλί χώνεται στους θάμνους και μυρίζει σαν τρελό. Με τη βροχή όλες οι μυρωδιές του χώματος είναι πιο έντονες. Με το ελεύθερο χέρι κρατάω το καπέλο στο κεφάλι μου και γέρνω το κεφάλι πίσω. Κοιτώ τις κορυφές των πεύκων και τις σταγόνες να πέφτουν γραμμή στο πρόσωπό μου. Μου παγώνουν τα μάγουλα, αλλά μ’ αρέσει. Δε γίνεται βάπτιση χωρίς νερό. Το σκυλί έρχεται κοντά μου και σκουντάει τη γάμπα μου με την ουρά του. Γυρίζω να το κοιτάξω κι εκείνη την ώρα τινάζεται, βαπτίζοντάς με δεύτερη φορά. Χαμογελάω.
Περπατάμε έτσι κάμποση ώρα. Το μπουφάν μου έχει ποτίσει τελείως και οι άκρες των μαλλιών μου που εξέχουν κάτω από το καπέλο μοιάζουν με βρεγμένα σκοινιά. Αναρωτιέμαι αν το μπουφάν είναι όντως αδιάβροχο ή αν η ένδειξη “anorak” ήταν απλά διαφημιστικό τρικ. “Νo problemo”, σκέφτομαι μέσα μου. Μέσα απ’ όλα τα ρούχα, το σώμα μου είναι ζεστό. Το σκυλί πλατσουρίζει στα ρυάκια που κυλάνε στην άκρη του δρόμου και γυρίζει κάθε τόσο και με κοιτάει. Αν είχε περισσότερο φως, πάω στοίχημα ότι θα την έβλεπα να χαμογελάει. Της αρέσει να τσαλαβουτάει στα νερά. Σηκώνω τα χέρια μου κοντά στο πρόσωπό μου και τα κοιτάω. Η λάσπη που είχαν τα δάχτυλά μου έχει ξεπλυθεί και το άσπρο δέρμα είναι καθαρό και στάζει νερό. Εξαγνίστηκα.
Γυρίζουμε στο σπίτι. Περνάμε την αυλόπορτα με αντίθετη φορά τώρα (από το δρόμο προς το σπίτι). Μόλις κλείνω την πόρτα πίσω μου, ξεπερνάω το λουρί από τον κρίκο στο λαιμό του σκύλου και της δίνω μια μαλακή σπρωξιά στα πισινά, σημάδι πως είναι ελεύθερη. Τρέχει σαν τον άνεμο και χάνεται κάπου στο σκοτάδι. Ανεβαίνω στη βεράντα και αφήνω το λουρί μαζί με τα υπόλοιπα πράγματα του σκύλου (τη βούρτσα, το τσίγκινο πιάτο όπου τρώει, το σαμπουάν και το μπαλάκι της). Στάζω από την κορφή ως τα νύχια και αφήνω μια λασπερή λιμνούλα περιμετρικά από τις πατημασιές μου. Ανασαίνω βαθιά.
Έρχεται το σκυλί στα πόδια μου μετά από το φρενήρες τρέξιμο στον κήπο. Τινάζεται με δύναμη πιτσιλίζοντας ό,τι πλακάκι είχε μείνει στεγνό. Μιμούμαι κι εγώ την κίνησή της και τινάζω τους ώμους μου μπρος πίσω. Βλέπω να πέφτουν σταγόνες από το μπουφάν, άρα έπιασε το κόλπο. Τα μαλλιά μου παραμένουν βρεγμένα και κολλημένα στην πλάτη μου.
Το κρύο δε με άγγιξε. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης μου τραβά τα χείλια πίσω. Βαπτίστηκα και έγινα καθαρή και λαμπερή σα βότσαλο στην παραλία. Η φύση και το σκυλί ξύπνησαν τα αρχέγονα ένστικτά μου. Κοιτάω τη βροχή από την άκρη της βεράντας. Δε μπορείς να την καταλάβεις αν δεν την αφήσεις να σε πάρει στην κρύα της αγκαλιά…