Homecoming

30 07 2011

Μετά από τόσον καιρό, ξανά εδώ. Αυτό το blog μου έλειψε σαν παιδί που λείπει καιρό από το σπίτι…

Είναι μια εικόνα που έζησα πριν μερικές εβδομάδες, τόσο λυρική που δεν μπορεί να καταταχτεί παρά στα ρομαντικά πράγματα που μου έχουν συμβεί. Ήταν περασμένες εννιά το βράδυ, είχε νυχτώσει ήδη και ο δρόμος φωτιζόταν μόνο από το φεγγάρι και τα φώτα των κήπων των σπιτιών. Είχε ησυχία έξω, οι περισσότεροι περιπατητές είχαν γυρίσει στα σπίτια τους από το απογευματινό περπάτημά τους, πού και πού ακουγόταν κάποιο αυτοκίνητο πέρα στον κεντρικό. Επέστρεφα στο σπίτι από βόλτα με το σκύλο και ένιωθα καθαρό το μυαλό μου και ήρεμη την ψυχή (όλα αυτά που λένε για τη σωματική άσκηση και την καταπολέμηση του άγχους δεν είναι καθόλου τυχαία, φίλοι μου). Ήταν μια από κείνες τις φορές που κατάφερνα να επικοινωνήσω με το ζώο χωρίς σχεδόν να μιλάω, σαν να μοιραζόμασταν κομμάτι από μία μεγαλύτερη κοινή συνείδηση.

Στο τέλος του δρόμου, πριν πάρουμε τη στροφή που θα μας έβγαζε στο δρόμο του σπιτιού, άκουσα μια κιθάρα να παίζει. Κάποιος έπαιζε σε ακουστική κιθάρα την εισαγωγή μιας από τις αγαπημένες μου ροκ μπαλάντες. Το παίξιμο ήταν σε κάπως γρηγορότερο tempo απ’ ό,τι είναι κανονικά το τραγούδι και ο κιθαρίστας έχανε κάποιο τάστο εδώ κι εκεί, αλλά δεν έπαυε να είναι μουσική. Αδέξια, αλλά όμορφη μουσική. Με τράβηξε όπως τραβάει η λάμπα τις νυχτοπεταλούδες.

Ακολούθησα τη μελωδία χωρίς να σκέφτομαι τίποτα άλλο. Τώρα είχε προχωρήσει στο πρώτο ρεφραίν του τραγουδιού. Τελικά εντόπισα την πηγή της. Πίσω από μια κατάφυτη μάντρα, ανάμεσα στα κλαδιά, σε μια σκοτεινή βεράντα ήταν ένα αγόρι γύρω στα 16-17, καθισμένο σε μια καρέκλα και έπαιζε κιθάρα. Σκυμμένος πάνω της, φωτιζόταν από την αναμμένη λάμπα μέσα στο σπίτι και έδειχνε τόσο γαλήνιος. Ήξερα ότι μου ασκούσαν πάντα μια περίεργη γοητεία οι άντρες που μπορούν να κάνουν μια κιθάρα να μιλάει, αλλά δεν περίμενα την ένταση αυτού που ακολούθησε.

Ξέχασα να αναπνεύσω, δεν είχε σημασία αυτό. Ξέχασα ότι είχα μαζί το σκύλο. Ξέχασα ότι ήταν αργά κι εγώ μια κοπέλα μόνη σε σκοτεινό δρόμο. Απόμεινα να στέκομαι ακίνητη στην αυλόπορτα αυτού του παιδιού, να τον ακούω να παίζει το αγαπημένο μου τραγούδι και θυμήθηκα όλες τις φορές που το τραγουδούσα εγώ σε αγόρια που τα ένιωθα τόσο κοντά μου ανεξάρτητα από το πόσο μακριά. Απόμεινα εγώ μια σκιά στη νύχτα, με κομμένη την ανάσα, να κοιτάζω αυτό το αγόρι στη βεράντα του και να ζω τη στιγμή όσο πιο πολύ μπορούσα. Μια λεπτή σιλουέτα με κοντοκουρεμένο κεφάλι, να κρατάει αγκαλιά μια εξάχορδη ερωμένη. Μαγνητισμός σε πλήρη έκταση. Θα μπορούσα να περάσω εκεί όλο το βράδυ σ΄ αυτήν τη γαλήνη…

Κάπου πίσω πίσω στο μυαλό μου γεννήθηκε ενοχλητικά η σκέψη ότι κάποια στιγμή το τραγούδι θα τέλειωνε. Τι θα γινόταν τότε? Το αγόρι θα σταμάταγε να παίζει και θα πήγαινε μέσα στο σπίτι του κι όλο αυτό θα τέλειωνε? Και όντως, το παιδί αντιλήφθηκε ότι κάποιος στέκεται στην πόρτα του και άναψε το φως της βεράντας. Η μαγεία διαλύθηκε απότομα σε ξέφτια φωτός που πόνεσαν τα μάτια μου.

Γύρισα σπίτι ευγνώμων για τη στιγμή γαλήνης που μου χαρίστηκε. Ακόμα και τώρα, πολύ καιρό μετά, αντιμετωπίζω αυτήν την ανάμνηση εκείνης της νύχτας σαν φυσαλλίδα ηρεμίας στην τρελή καθημερινότητά μου.


Ενέργειες

Πληροφορίες

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s




Follow

Get every new post delivered to your Inbox.